Likes, views, stories και ένα κινητό μονίμως στο χέρι. Πότε σταματήσαμε απλώς να ζούμε τη στιγμή και αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πώς θα τη δείξουμε στους άλλους;
ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΗΝ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Το κινητό τηλέφωνο είναι ένα από τα πιο χρήσιμα εργαλεία που μας έδωσε η τεχνολογία. Μέσα από μια συσκευή που χωράει στην τσέπη μπορούμε να επικοινωνήσουμε, να εργαστούμε, να ενημερωθούμε, να βρούμε έναν προορισμό, να τραβήξουμε φωτογραφίες, να καλέσουμε βοήθεια ή να μιλήσουμε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα με έναν άνθρωπο στην άλλη άκρη του κόσμου.
Και όσο κι αν πολλές φορές νοσταλγούμε τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, τότε που δεν υπήρχε ένα smartphone πάνω σε κάθε τραπέζι, δεν γίνεται ούτε χρειάζεται να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω. Η τεχνολογία προχώρησε και μαζί της προχώρησε η καθημερινότητά μας. Το ζήτημα δεν είναι να επιστρέψουμε στο 1990 ούτε να παρουσιάσουμε τα κινητά και τα social media σαν τον μεγάλο εχθρό της ανθρωπότητας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν εξακολουθούμε να χρησιμοποιούμε εμείς την τεχνολογία ή αν, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, έχει αρχίσει εκείνη να καθορίζει τον τρόπο που ζούμε.
Κάπου στην πορεία, το κινητό έπαψε να είναι απλώς ένα εργαλείο και έγινε σχεδόν προέκταση του χεριού μας. Ξυπνάμε και το κοιτάμε, περπατάμε και το κρατάμε, καθόμαστε για καφέ και βρίσκεται δίπλα μας, πηγαίνουμε σε μια συναυλία και πολλές φορές παρακολουθούμε τον καλλιτέχνη περισσότερο μέσα από την οθόνη παρά με τα ίδια μας τα μάτια. Φωτογραφίζουμε το φαγητό πριν το δοκιμάσουμε, το ηλιοβασίλεμα πριν το απολαύσουμε και μια όμορφη στιγμή πριν καλά καλά προλάβουμε να τη ζήσουμε. Σαν να δημιουργήθηκε μέσα μας μια δεύτερη, σχεδόν αυτόματη σκέψη, «Αυτό ανεβαίνει;»
Τα social media μάς έδωσαν πραγματικές δυνατότητες. Μας επέτρεψαν να ξαναβρούμε ανθρώπους, να επικοινωνούμε από απόσταση, να ενημερωνόμαστε και να μοιραζόμαστε στιγμές που κάποτε θα έμεναν μόνο σε ένα οικογενειακό άλμπουμ. Το πρόβλημα δεν είναι ότι μοιραζόμαστε ένα κομμάτι της ζωής μας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το «μοιράζομαι κάτι που έζησα» μετατρέπεται σιγά σιγά σε «ζω κάτι για να μπορέσω να το μοιραστώ». Όταν η εμπειρία περνά σε δεύτερη μοίρα και μπροστά μπαίνει η εικόνα που θα παρουσιάσουμε στους υπόλοιπους.
Δεν χρειάζεται να χαρακτηρίσουμε όποιον ανεβάζει φωτογραφίες «ζητιάνο των likes». Θα ήταν άδικο και υπερβολικά εύκολο. Όλοι έχουμε ανεβάσει φωτογραφίες, όλοι έχουμε κρατήσει ένα βίντεο από μια στιγμή που θέλαμε να θυμόμαστε και όλοι έχουμε χαρεί όταν μια ανάρτησή μας βρήκε ανταπόκριση.
Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά ανάμεσα στο «θέλω να κρατήσω μια ανάμνηση» και στο «πρέπει να καταγράψω τα πάντα». Και αυτή η διαφορά φαίνεται περισσότερο στις στιγμές όπου κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητο ότι χρειάζονται απλώς παρουσία, διακριτικότητα και σεβασμό.

Οι εικόνες από την κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη έδωσαν ακόμη μία αφορμή για αυτή τη συζήτηση. Και ίσως για μένα το θέμα έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί ασχολούμαι ενεργά με την ασφάλεια στο διαδίκτυο εδώ και 13 χρόνια, ενώ είμαι χρήστης του Internet ήδη από το 1997. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια έχω προλάβει να δω το διαδίκτυο να αλλάζει σχεδόν ολοκληρωτικά, από τις πρώτες απλές ιστοσελίδες και τα forums, μέχρι το Facebook, το Instagram, το TikTok και τη σημερινή εποχή όπου σχεδόν κάθε στιγμή της καθημερινότητάς μας μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μετατραπεί σε δημόσιο περιεχόμενο. Αυτό που κάποτε ήταν μια προσωπική φωτογραφία, σήμερα μπορεί να γίνει story, reel ή βίντεο που θα δουν χιλιάδες άνθρωποι.
Ανάμεσα λοιπόν στον κόσμο που βρέθηκε εκεί για να αποχαιρετήσει έναν γνωστό καλλιτέχνη, είδαμε και πολλά σηκωμένα κινητά. Φωτογραφίες, βίντεο, stories, αναρτήσεις. Και η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Αντίστοιχα στιγμιότυπα έχουμε δει πολλές φορές σε κηδείες και δημόσιους αποχαιρετισμούς άλλων καλλιτεχνών και γνωστών προσώπων, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Όσο μεγαλύτερη είναι η αναγνωρισιμότητα κάποιου, τόσο ευκολότερα ακόμη και η τελευταία του διαδρομή κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί σαν ένα γεγονός που «πρέπει να καταγραφεί».
Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε τι σκέφτεται κάθε άνθρωπος που σηκώνει ένα κινητό. Κάποιος μπορεί να θέλει να κρατήσει μια προσωπική ανάμνηση. Κάποιος άλλος μπορεί να θέλει να στείλει μια εικόνα σε έναν δικό του άνθρωπο που δεν μπορούσε να βρίσκεται εκεί. Και ναι, σίγουρα υπάρχει και εκείνος που σκέφτεται το επόμενο story, τα views και τα likes. Δεν χρειάζεται όμως να κάνουμε δίκη προθέσεων. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο, πώς φτάσαμε στο σημείο η καταγραφή να γίνεται σχεδόν αυτόματη αντίδραση ακόμη και μπροστά σε μια στιγμή πένθους;
Άλλο η αναγνωρισιμότητα ενός ανθρώπου και άλλο το τελευταίο αντίο. Ένας καλλιτέχνης μπορεί να πέρασε ολόκληρη τη ζωή του μπροστά σε κάμερες, δημοσιογράφους και κοινό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε στιγμή που σχετίζεται μαζί του πρέπει αυτομάτως να μετατραπεί σε υλικό για τα social media. Υπάρχουν στιγμές που δεν χρειάζονται φίλτρα, λεζάντες και stories. Χρειάζονται απλώς λίγη σιωπή και σεβασμό. Δεν χρειάζεται πάντα να αποδείξουμε ότι ήμασταν εκεί. Μερικές φορές αρκεί να είμαστε πραγματικά εκεί.
Και φυσικά το θέμα δεν περιορίζεται στις κηδείες. Βλέπουμε ένα ατύχημα και εμφανίζονται κινητά. Βλέπουμε έναν καβγά και ανοίγουν κάμερες. Συμβαίνει κάτι ασυνήθιστο στον δρόμο και η πρώτη κίνηση ορισμένων δεν είναι να δουν αν χρειάζεται κάποιος βοήθεια, αλλά να πατήσουν «εγγραφή». Σε μια συναυλία εκατοντάδες άνθρωποι μπορεί να κρατούν ταυτόχρονα το κινητό πάνω από το κεφάλι τους. Σε έναν γάμο, σε μια πρόταση γάμου, σε μια σχολική γιορτή, ακόμη και σε μια δύσκολη προσωπική στιγμή, η κάμερα είναι πολλές φορές ήδη ανοιχτή. Σαν να μην αρκεί πλέον να συμβεί κάτι. Πρέπει να υπάρχει και το βίντεο που θα αποδείξει ότι συνέβη.

Ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που έφεραν τα κοινωνικά δίκτυα. Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες ο μέσος άνθρωπος δεν είχε «κοινό». Σήμερα σχεδόν όλοι διαθέτουμε το δικό μας κοινό είτε μεγάλο είτε μικρο. Έχουμε φίλους, followers, θεατές των stories μας και ανθρώπους που μπορούν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να αντιδράσουν σε αυτό που δημοσιεύσαμε. Μαζί με αυτούς ήρθαν και οι αριθμοί, likes, views, reactions, followers, shares.
Οι αριθμοί αυτοί μπορεί να φαίνονται αθώοι, αλλά μπορούν πολύ εύκολα να μετατρέψουν την κοινωνική αποδοχή σε ένα μικρό καθημερινό σκορ. Δεν αναρωτιόμαστε μόνο αν περάσαμε καλά, κοιτάμε και αν φάνηκε ότι περάσαμε καλά. Δεν μας ενδιαφέρει μόνο αν μας αρέσει μια φωτογραφία, περιμένουμε να δούμε αν άρεσε και στους άλλους. Δεν πηγαίνουμε απλώς κάπου, πολλές φορές νιώθουμε την ανάγκη να ενημερώσουμε ότι βρισκόμαστε εκεί.
Και έτσι η ζωή αρχίζει να αποκτά δύο επίπεδα. Υπάρχει αυτό που πραγματικά ζούμε και υπάρχει αυτό που παρουσιάζουμε στους άλλους ότι ζούμε.
Εκεί κρύβεται και η ψευδαίσθηση της «social ζωής». Μπορεί να είμαστε όλη μέρα συνδεδεμένοι, να βλέπουμε εκατοντάδες πρόσωπα, να γνωρίζουμε πού πήγε διακοπές κάποιος που έχουμε να συναντήσουμε δέκα χρόνια και τι έφαγε ένας γνωστός μας το βράδυ. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχουμε περισσότερη ανθρώπινη επαφή. Η σύνδεση δεν είναι πάντα επικοινωνία και η προβολή δεν είναι πάντα κοινωνική ζωή.
Το παράδοξο φαίνεται ακόμη και στην πιο απλή καθημερινή εικόνα. Δέκα άνθρωποι γύρω από το ίδιο τραπέζι και ο καθένας κοιτάζει μια διαφορετική οθόνη. Ένας βρίσκεται στο TikTok, άλλος στο Instagram, άλλος στο Messenger, κάποιος παρακολουθεί stories. Είμαστε δίπλα ο ένας στον άλλο, αλλά η προσοχή μας βρίσκεται αλλού.

Η λέξη «περιεχόμενο» κάποτε αφορούσε κυρίως δημοσιογράφους, τηλεοπτικούς σταθμούς, φωτογράφους και επαγγελματίες των μέσων. Σήμερα όλοι μπορούμε να γίνουμε δημιουργοί περιεχομένου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Χάρη στα smartphones έχουν καταγραφεί σημαντικά γεγονότα, έχουν αναδειχθεί κοινωνικά προβλήματα και άνθρωποι που παλαιότερα δεν είχαν δημόσιο βήμα απέκτησαν τη δυνατότητα να ακουστούν.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν αρχίζουμε να κοιτάμε κάθε γεγονός μέσα από το ερώτημα «τι μπορώ να ανεβάσω από αυτό;». Το ηλιοβασίλεμα γίνεται story. Η συναυλία γίνεται reel. Το φαγητό γίνεται post. Μια προσωπική εξομολόγηση γίνεται δημόσια ανάρτηση. Ακόμη και ο πόνος ενός άλλου ανθρώπου μπορεί να μετατραπεί σε βίντεο.
Και κάπου εκεί πρέπει να υπάρχει ένα όριο.
Δεν χρειάζεται να πετάξουμε τα κινητά μας από το παράθυρο ούτε να επιστρέψουμε σε μια ωραιοποιημένη εικόνα του παρελθόντος. Και τότε υπήρχαν προβλήματα, απλώς ήταν διαφορετικά. Δεν χρειάζεται επίσης να δαιμονοποιήσουμε τα social media. Είναι εργαλεία και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για εξαιρετικά πράγματα.
Το θέμα είναι ποιος χρησιμοποιεί ποιον.
Αν το κινητό μάς βοηθά να επικοινωνούμε, να δημιουργούμε, να εργαζόμαστε και να κρατάμε αναμνήσεις, τότε κάνει ακριβώς αυτό για το οποίο το θέλουμε. Αν όμως αρχίζουμε να προσαρμόζουμε τη ζωή μας σε αυτό, να νιώθουμε ότι κάθε στιγμή πρέπει να καταγραφεί και κάθε εμπειρία πρέπει να αποκτήσει κοινό, τότε κάτι έχει αρχίσει να αντιστρέφεται.
Υπάρχουν φορές που αξίζει να βγάλουμε τη φωτογραφία. Υπάρχουν βίντεο που μετά από χρόνια θα μας θυμίσουν ανθρώπους και στιγμές που αγαπήσαμε. Υπάρχουν όμως και φορές που ίσως το καλύτερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι πολύ πιο απλό, να βάλουμε το κινητό στην τσέπη. Να κοιτάξουμε τον άνθρωπο απέναντί μας. Να ακούσουμε τη μουσική χωρίς να την παρακολουθούμε μέσα από μια οθόνη. Να δούμε το ηλιοβασίλεμα χωρίς να ψάχνουμε το καλύτερο κάδρο. Να βιώσουμε τη χαρά, τη συγκίνηση ή ακόμη και τη λύπη χωρίς να σκεφτόμαστε ποιος θα τη δει αργότερα.
Γιατί δεν χρειάζεται κάθε στιγμή της ζωής μας να αποκτήσει κοινό.

Ίσως αυτή να είναι η πιο απλή ερώτηση που μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας την επόμενη φορά που το χέρι θα πάει μηχανικά προς το κινητό. Όχι «απαγορεύεται να βγάλω φωτογραφία;», αλλά «χρειάζεται πραγματικά να τη βγάλω;». Θέλω να κρατήσω αυτή τη στιγμή ή αισθάνομαι ότι πρέπει να τη δείξω; Αν δεν την ανεβάσω, θα χάσει κάτι από την αξία της; Αν δεν πάρει likes, θα είναι λιγότερο όμορφη;
Οι σημαντικότερες στιγμές της ζωής υπήρχαν πολύ πριν από το Facebook, το Instagram και το TikTok. Οι άνθρωποι ερωτεύονταν, ταξίδευαν, γελούσαν, έκλαιγαν, αποχαιρετούσαν και δημιουργούσαν αναμνήσεις χωρίς να υπάρχει ένας μετρητής προβολών από κάτω.
Η τεχνολογία προχώρησε και καλά έκανε. Δεν χρειάζεται όμως μαζί της να χαθεί και η ικανότητά μας να είμαστε πραγματικά παρόντες.
Δεν χρειάζεται να γυρίσουμε στο 1990. Χρειάζεται απλώς, πού και πού, να θυμόμαστε κάτι που τότε ήταν αυτονόητο:
Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να γίνουμε φωτορεπόρτερ της ίδιας μας της ζωής. Μερικές στιγμές αξίζουν περισσότερο όταν απλώς τις ζούμε.
Μετά την ανάγνωση αυτού του άρθρου, ας σταθούμε για λίγο και ας αναρωτηθούμε πόσες στιγμές ζούμε πραγματικά και πόσες τις κοιτάζουμε μέσα από μια οθόνη; Πόσες φορές βγάζουμε το κινητό σχεδόν μηχανικά, χωρίς καν να σκεφτούμε αν χρειάζεται; Ίσως δεν είναι κακό, κάποιες φορές, να αφήνουμε το κινητό στην άκρη και να κρατάμε μια στιγμή μόνο για εμάς.

Σίγουρα έχουμε ακούσει όλοι την ιδέα ότι, στις τελευταίες στιγμές της ζωής, οι σημαντικότερες εικόνες περνούν μπροστά από τα μάτια μας σαν ένα τελευταίο flashback. Άνθρωποι που αγαπήσαμε, μέρη που πήγαμε, στιγμές που ζήσαμε, πράγματα που μας σημάδεψαν.
Ίσως αυτή η εικόνα να είναι απλώς μια ανθρώπινη σκέψη. Ίσως όμως κρύβει κάτι όμορφο, ότι στο τέλος μένουν οι στιγμές που πραγματικά ζήσαμε.
Και κάπου εδώ γεννιέται μια παράξενη σκέψη για την εποχή μας.
Μήπως κάποτε, αντί για τις ίδιες τις στιγμές, το μόνο που θα θυμόμαστε είναι τα χέρια μας να κρατούν ένα κινητό;
Το ηλιοβασίλεμα που δεν κοιτάξαμε γιατί το τραβούσαμε βίντεο. Τη συναυλία που παρακολουθήσαμε μέσα από μια οθόνη. Τους ανθρώπους που είχαμε μπροστά μας, αλλά κοιτούσαμε το κινητό μας. Τις στιγμές που, αντί να τις ζήσουμε, προσπαθούσαμε να τις μετατρέψουμε σε περιεχόμενο.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο θλιβερό απ’ όλα, να έχουμε καταγράψει χιλιάδες στιγμές της ζωής μας, αλλά να έχουμε πραγματικά ζήσει πολύ λιγότερες.













