Κυκλοφορούν εδώ και χρόνια στο Facebook. Αλλάζουν ονόματα, αλλάζουν μερικές λέξεις, κάποιες φορές αλλάζει ολόκληρη η ιστορία, όμως στο τέλος ζητούν σχεδόν πάντα το ίδιο πράγμα
ΜΠΕΙΤΕ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΗΝ ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ
Όσοι χρησιμοποιούμε το Facebook εδώ και αρκετά χρόνια, έχουμε συναντήσει πολλές φορές αναρτήσεις που ξεκινούν με έναν προσωπικό και συναισθηματικό τόνο. «Κάποιοι από εσάς με ξέρετε πολύ καλά και κάποιοι λιγότερο», «Δεν έχει σημασία πότε διασταυρώθηκαν οι δρόμοι μας», «Αν είστε στο Facebook μου, είναι επειδή σας εκτιμώ» και άλλα τέτοια παρόμοια.
Στην αρχή τίποτα δεν φαίνεται περίεργο. Η ανάρτηση μοιάζει σαν ένα προσωπικό μήνυμα κάποιου φίλου ή γνωστού μας. Λίγο πιο κάτω, όμως, εμφανίζεται συνήθως η γνωστή φράση: «Αποφάσισα να συμμετέχω σε ένα κοινωνικό πείραμα» και από εκεί και πέρα αρχίζουν οι οδηγίες, γράψε μία λέξη, άφησε ένα σχόλιο, αντέγραψε ολόκληρο το κείμενο, δημοσίευσέ το στο προφίλ σου και, φυσικά, «μην το κοινοποιήσεις, κάνε αντιγραφή και επικόλληση».
Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει ακόμη και η προτροπή να μη σχολιάσει κάποιος αν δεν σκοπεύει να αντιγράψει το μήνυμα, επειδή διαφορετικά «θα χαλάσει το πείραμα». Και κάπου εδώ αξίζει να σταματήσουμε και να κάνουμε μια απλή ερώτηση, ποιο ακριβώς είναι αυτό το πείραμα; Ποιος το ξεκίνησε, ποιος συγκεντρώνει τα αποτελέσματα, τι ακριβώς μετράει και πού πρόκειται να παρουσιαστούν τα συμπεράσματά του;
Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει καμία απάντηση. Δεν υπάρχει οργανωτής, δεν υπάρχει πηγή, δεν υπάρχει κάποια πραγματική μελέτη. Υπάρχει απλώς ένα κείμενο που περνά από προφίλ σε προφίλ, επειδή το ίδιο το κείμενο ζητά από τον επόμενο χρήστη να το αναπαράγει.
Στην ουσία, λοιπόν, δεν μιλάμε για κάποιο πραγματικό «κοινωνικό πείραμα», αλλά για μια σύγχρονη εκδοχή των παλιών αλυσιδωτών μηνυμάτων. Το φαινόμενο αυτό υπήρχε πολύ πριν από το Facebook. Όσοι χρησιμοποιούσαμε το Internet παλαιότερα θυμόμαστε τα chain e-mails, τα μηνύματα που κατέληγαν με φράσεις όπως «στείλε το σε δέκα φίλους», «αν το προωθήσεις θα σου συμβεί κάτι καλό» ή «μην σπάσεις την αλυσίδα».
Η λογική ήταν ακριβώς η ίδια, το μήνυμα δεν είχε καμία δύναμη από μόνο του. Για να συνεχίσει να υπάρχει, χρειαζόταν τον ίδιο τον παραλήπτη. Χρειαζόταν κάποιον που θα το προωθούσε στον επόμενο.
Τα κοινωνικά δίκτυα άλλαξαν τον τρόπο διάδοσης, όχι όμως τη βασική ιδέα. Το «στείλε αυτό το e-mail σε δέκα άτομα» μετατράπηκε σε «αντέγραψε το κείμενο και βάλ’ το στον τοίχο σου». Η παλιά απειλή της γρουσουζιάς αντικαταστάθηκε από κάτι πιο ταιριαστό στην εποχή των social media, τη φιλία, την περιέργεια, την ανάγκη να δείξουμε ότι ενδιαφερόμαστε και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ενοχή. «Για να δω ποιος διάβασε μέχρι το τέλος», «αν είσαι πραγματικός φίλος θα το κάνεις», «αν νοιάζεσαι, αντέγραψέ το».
Άλλαξαν οι λέξεις και ο τρόπος που παρουσιάζονται, αλλά η λογική τους παραμένει η ίδια.
Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές από αυτές τις αναρτήσεις κυκλοφορούν για χρόνια. Κάποιος αντιγράφει το αρχικό κείμενο, ένας δεύτερος αλλάζει το όνομα, ένας τρίτος προσθέτει μια πρόταση, κάποιος άλλος το μεταφράζει σε διαφορετική γλώσσα και σιγά-σιγά η αρχική μορφή χάνεται.

Έτσι δημιουργούνται δεκάδες διαφορετικές εκδοχές του ίδιου μηνύματος, χωρίς κανείς από όσους το αναδημοσιεύουν να γνωρίζει ποιος το έγραψε πρώτος ή γιατί. Κάπως έτσι εμφανίζονται και οι περίεργες μεταφράσεις που κατά καιρούς βλέπουμε να κυκλοφορούν. Η φράση «συνάντηση για το ψωμί» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να καταλάβει κανείς ότι κάτι πήγε πολύ λάθος στη μετάφραση. Παρ’ όλα αυτά, το κείμενο συνεχίζει να αντιγράφεται. Και αυτό λέει πολλά για το πόσο συχνά δημοσιεύουμε κάτι χωρίς να το έχουμε διαβάσει πραγματικά.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η φράση «μην το κοινοποιήσεις, κάνε αντιγραφή και επικόλληση». Όταν ένας χρήστης κοινοποιεί μια υπάρχουσα ανάρτηση, παραμένει κάποια σύνδεση με το αρχικό περιεχόμενο. Όταν όμως αντιγράφει το κείμενο και το δημοσιεύει ως δική του ανάρτηση, δημιουργείται ένα νέο και ανεξάρτητο αντίγραφο. Ο επόμενος χρήστης μπορεί να αντιγράψει εκείνο, ένας άλλος το επόμενο και έτσι το ίδιο περιεχόμενο αποκτά πολλές ξεχωριστές εκδοχές. Δεν σημαίνει ότι πίσω από κάθε τέτοιο μήνυμα υπάρχει κάποιος που σχεδίασε μια μεγάλη επιχείρηση χειραγώγησης. Τις περισσότερες φορές η εξήγηση είναι πολύ πιο απλή. Κάποιος έγραψε κάτι, άλλοι το βρήκαν ενδιαφέρον, το αντέγραψαν και από εκεί και πέρα η αλυσίδα άρχισε να ζει μόνη της.
Το πιο σημαντικό, όμως, δεν είναι ο τρόπος που αντιγράφεται το μήνυμα, αλλά ο τρόπος που απευθύνεται στον άνθρωπο που το διαβάζει. Αυτές οι αναρτήσεις δεν ζητούν απλώς συμμετοχή. Προσπαθούν να τη συνδέσουν με κάτι προσωπικό. Με τη φιλία, το ενδιαφέρον, την καλοσύνη ή την προσοχή. «Αν είσαι πραγματικός φίλος», «αν νοιάζεσαι», «αν με ξέρεις πραγματικά», «αν διάβασες μέχρι εδώ». Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μια μικρή πίεση. Ο χρήστης αισθάνεται ότι αν δεν κάνει αυτό που του ζητά η ανάρτηση, ίσως φανεί αδιάφορος ή ότι δεν εκτιμά τον άνθρωπο που τη δημοσίευσε.
Εδώ βρίσκεται και το πιο αστείο, αλλά ταυτόχρονα και το πιο χαρακτηριστικό σημείο όλης της ιστορίας. Η φιλία δεν αποδεικνύεται με αντιγραφή και επικόλληση. Δεν χρειάζεται κάποιος να γεμίσει τον τοίχο του με το ίδιο κείμενο για να δείξει ότι νοιάζεται. Αν θέλει να μιλήσει με έναν φίλο του, μπορεί να του στείλει ένα μήνυμα, να τον πάρει τηλέφωνο ή να βρεθούν από κοντά. Το γεγονός ότι ένα κείμενο παρουσιάζει την αντιγραφή του ως απόδειξη φιλίας δεν το κάνει περισσότερο αληθινό. Απλώς το κάνει πιο εύκολο να αναπαραχθεί.
Σε αυτό το σημείο μπαίνει και το θέμα των αλγορίθμων. Χρειάζεται, όμως, να υπάρχει μέτρο και ακρίβεια. Δεν είναι σωστό να λέμε ότι κάθε τέτοιο μήνυμα δημιουργήθηκε για να «ξεγελάσει τον αλγόριθμο» του Facebook. Τα συστήματα που αποφασίζουν τι θα εμφανιστεί στο feed κάθε χρήστη είναι σύνθετα και βασίζονται σε πολλούς διαφορετικούς παράγοντες. Η αλληλεπίδραση, όμως, είναι μέρος αυτής της εικόνας. Όταν μια ανάρτηση προκαλεί σχόλια, αντιδράσεις και συζήτηση, αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη ότι το περιεχόμενο τραβά το ενδιαφέρον των χρηστών.
Και εδώ τα συγκεκριμένα μηνύματα έχουν ένα προφανές χαρακτηριστικό: ζητούν από τον χρήστη να αλληλεπιδράσει. Δεν περιμένουν να αποφασίσει μόνος του αν θέλει να αφήσει σχόλιο. Του λένε ευθέως να γράψει μία λέξη. Δεν περιμένουν να αποφασίσει αν αξίζει να μεταδώσει το περιεχόμενο. Του λένε να το αντιγράψει. Αυτή η λογική θυμίζει έντονα το λεγόμενο engagement bait, δηλαδή περιεχόμενο που προσπαθεί να προκαλέσει likes, σχόλια, αντιδράσεις ή κοινοποιήσεις με άμεσες προτροπές. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παλιό chain post είναι μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας χειραγώγησης. Σημαίνει όμως ότι ο τρόπος που είναι γραμμένο ευνοεί την αλληλεπίδραση και την αναπαραγωγή του.
Υπάρχουν, βέβαια, και περιπτώσεις όπου το θέμα γίνεται πιο σοβαρό. Παρόμοιες αναρτήσεις εμφανίζονται συχνά για τη ΔΕΠΥ, τον αυτισμό, τον καρκίνο, την ψυχική υγεία και άλλες καταστάσεις ή ασθένειες.
Σε αυτές τις περιπτώσεις το μήνυμα μπορεί να ξεκινά με μια σωστή και καλοπροαίρετη αναφορά, αλλά στο τέλος να καταλήγει πάλι στην ίδια λογική: «αν πραγματικά νοιάζεσαι, αντέγραψέ το». Εδώ χρειάζεται να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός. Η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση είναι σημαντικές ομως το να χρησιμοποιούμε όμως ένα σοβαρό θέμα για να πιέσουμε κάποιον να κάνει copy-paste δεν προσθέτει αξία στην ενημέρωση.
Ακόμη περισσότερο όταν μιλάμε για θέματα υγείας. Ένα κείμενο που έχει περάσει από εκατοντάδες προφίλ, έχει αλλάξει από άνθρωπο σε άνθρωπο και δεν αναφέρει καμία αξιόπιστη πηγή, δεν γίνεται ξαφνικά σωστό επειδή το ανέβασε κάποιος φίλος μας. Αν θέλουμε πραγματικά να ενημερώσουμε για τη ΔΕΠΥ, τον αυτισμό ή οποιοδήποτε άλλο σοβαρό θέμα, είναι πολύ πιο χρήσιμο να κοινοποιήσουμε πληροφορίες από έναν αξιόπιστο οργανισμό, έναν επίσημο φορέα ή μια επιστημονική πηγή. Αυτό βοηθά πραγματικά. Η αντιγραφή ενός ανώνυμου κειμένου, όχι απαραίτητα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, πάντως, δεν είναι ότι κάποιος δημοσίευσε ένα αθώο «τεστ φιλίας». Το πρόβλημα είναι η συνήθεια που δημιουργείται. Η λογική «το είδα από φίλο, άρα είναι σωστό» ή «μου λέει να το αντιγράψω, άρα το αντιγράφω» μπορεί πολύ εύκολα να περάσει και σε σοβαρότερες περιπτώσεις. Με παρόμοιο τρόπο έχουν κυκλοφορήσει ψεύτικες ανακοινώσεις ότι το Facebook θα γίνει συνδρομητικό υποχρεωτικα, δήθεν νομικά κείμενα που υποτίθεται ότι προστατεύουν τις φωτογραφίες των χρηστών, ανύπαρκτες προειδοποιήσεις της Αστυνομίας, παλιές εξαφανίσεις που παρουσιάζονται ως σημερινές και ψεύτικες συμβουλές υγείας.
Εκεί η κατάσταση αλλάζει. Ένα λάθος μήνυμα δεν είναι πλέον απλώς ενοχλητικό. Μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, φόβο ή να οδηγήσει άλλους ανθρώπους σε λάθος συμπεράσματα. Γι’ αυτό έχει σημασία να αποκτήσουμε μια απλή συνήθεια, πριν αναπαράγουμε κάτι, να ελέγχουμε τι ακριβώς είναι. Αν αναφέρει κάποια υπηρεσία, οργανισμό ή επίσημο φορέα, ψάχνουμε αν υπάρχει πραγματική ανακοίνωση. Αν αφορά υγεία, ασφάλεια ή χρήματα, ελέγχουμε την πληροφορία από αξιόπιστη πηγή. Αν δεν υπάρχει πηγή και το μοναδικό επιχείρημα είναι «αν νοιάζεσαι, αντέγραψέ το», αυτό από μόνο του αρκεί για να είμαστε πιο προσεκτικοί.
Από το 2013, που ασχολούμαι ενεργά με την ασφάλεια στο διαδίκτυο, τις διαδικτυακές απάτες και την παραπληροφόρηση, έχω δει πολλές φορές να αλλάζει το μέσο αλλά να παραμένει σχεδόν ίδιος ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί ένα μήνυμα να κερδίσει την προσοχή μας. Κάποτε ήταν τα αλυσιδωτά e-mails. Μετά ήρθαν οι αναρτήσεις στο Facebook. Σήμερα έχουμε βίντεο, εικόνες, αυτοματοποιημένο περιεχόμενο και Τεχνητή Νοημοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότερες τέτοιες μέθοδοι συνεχίζουν να πατούν στα ίδια πράγματα: στην περιέργεια, στον φόβο, στο συναίσθημα και στην εμπιστοσύνη.
Γι’ αυτό η καλύτερη άμυνα δεν είναι κάποια περίπλοκη ρύθμιση στο Facebook. Είναι η κριτική σκέψη. Να μη θεωρούμε κάτι αληθινό επειδή το ανέβασε κάποιος γνωστός μας. Να μη θεωρούμε κάτι σημαντικό επειδή γράφει «επείγον». Να μη συμμετέχουμε σε ένα δήθεν «πείραμα» μόνο και μόνο επειδή έτσι το ονόμασε ένα ανώνυμο κείμενο. Και κυρίως, να μη γινόμαστε ο επόμενος κρίκος μιας αλυσίδας χωρίς να έχουμε καταλάβει πρώτα τι ακριβώς μεταφέρουμε στους άλλους.
Τελικά, δεν είναι όλα αυτά τα μηνύματα απάτες και δεν είναι όλα επικίνδυνα. Οι περισσότεροι άνθρωποι που τα αναπαράγουν δεν έχουν κακή πρόθεση. Απλώς είδαν κάτι που τους άρεσε ή τους συγκίνησε και θέλησαν να συμμετάσχουν. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε ό,τι μας ζητά κάθε κείμενο που εμφανίζεται στο feed μας.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα δείτε μια ανάρτηση να ξεκινά με «Κάποιοι από εσάς με ξέρετε πολύ καλά…» και να καταλήγει με «αντέγραψέ το για να μη χαλάσεις το πείραμα», διαβάστε την λίγο πιο προσεκτικά. Δείτε αν βγάζει νόημα, αν υπάρχει κάποια πηγή και αν υπάρχει πραγματικός λόγος να τη μεταδώσετε.
Και αν τελικά το μόνο που μένει είναι το γνωστό «αν δεν το αντιγράψεις, χαλάς το πείραμα», τότε ας χαλάσει.

Καλύτερα ένα χαλασμένο “πείραμα” παρά άλλη μία ανάρτηση που αναπαράγεται χωρίς κανέναν λόγο.













